Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

tea kitchen


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο kitchen παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: tea
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
kitchen n(room) (δωμάτιο για μαγειρική)κουζίνα ουσ θηλ
 The house had a large kitchen to cook in.
 Το σπίτι είχε μια τεράστια κουζίνα για να μαγειρεύει κανείς.
kitchen n(fittings)κουζίνα ουσ θηλ
 Her company sells and installs kitchens.
 Η εταιρεία της πουλά και εγκαθιστά κουζίνες.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
kitchen ndated (kitchen equipment) (εξοπλισμός)εξοπλισμός κουζίνας περίφρ
 (εξοπλισμός)κουζινικά ουσ ουδ πλ
 She has an excellent kitchen, even a set of French kitchen knives.
 Έχει εξαιρετικό εξοπλισμό κουζίνας, ακόμα και ένα σετ γαλλικών κουζινικών μαχαιριών.
kitchen,
the kitchen
n
jargon (chef's staff) (προσωπικό εστιατορίου)κουζίνα ουσ θηλ
 "Kitchen!" called the head chef to his staff.
kitchen nfigurative (cuisine)κουζίνα ουσ θηλ
 These spices are reminiscent of the Indian kitchen.
 Αυτά τα μπαχαρικά θυμίζουν Ινδική κουζίνα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
eat-in kitchen n(kitchen used as dining room)κουζίνα με τραπέζι φαγητού
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 We hardly ever used the dining room since we always had our meals in the eat-in kitchen.
kitchen cabinet n(cupboard for kitchenware)ντουλάπι της κουζίνας περίφρ
 You should find some bowls in the kitchen cabinet.
kitchen counter n(work surface used for cooking)πάγκος της κουζίνας περίφρ
 After she finished preparing supper, she wiped off the kitchen counter.
kitchen fitter n([sb] who installs kitchen furniture)τεχνίτης που εγκαθιστά τα έπιπλα κουζίνας
 (γενικά)τεχνίτης, μάστορας ουσ αρσ
 We've got all the materials for the new kitchen; we're just waiting for the kitchen fitter to come and install everything.
kitchen garden n(plot for vegetables, herbs)λαχανόκηπος ουσ αρσ
kitchen island n(food preparation table or trolley) (μτφ: στην κουζίνα)νησίδα ουσ θηλ
 This kitchen island has a granite countertop.
kitchen pantry n(larder: food storage cupboard or room)ντουλάπι ουσ ουδ
  τροφοθήκη ουσ θηλ
 (δωμάτιο)αποθήκη τροφίμων περίφρ
 (δωμάτιο, συνήθως υπόγειο)κελάρι ουσ ουδ
kitchen porter n(menial worker in a restaurant)βοηθός κουζίνας φρ ως ουσ αρσ/θηλ
kitchen range n(cooker with oven and hob)εξοπλισμός κουζίνας, συσκευές κουζίνας έκφρ
 My stainless steel kitchen range is the centrepiece of my kitchen.
kitchen range hood n(cooker: vent)απορροφητήρας ουσ αρσ
 Grease from frying builds up and hardens on kitchen range hoods.
kitchen roll nUK (paper towels, collectively)χαρτί κουζίνας φρ ως ουσ ουδ
kitchen scissors npl(stainless steel cutting tool)ψαλίδι κουζίνας, ψαλίδι μαγειρικής περίφρ
 I use the kitchen scissors to cut everything from chives to chickens.
kitchen sink n(basin in kitchen)νεροχύτης ουσ αρσ
 The dishes piled up in the kitchen sink.
kitchen sink realism nUK, figurative (depiction of working-class life) (μτφ: κίνημα στην τέχνη)Ρεαλισμός του Νεροχύτη έκφρ
Σχόλιο: Δεν είναι ευρέως διαδεδομένος όρος και συχνά χρησιμοποιείται ο αγγλικός.
kitchen staff nalso npl (kitchen employees)προσωπικό κουζίνας φρ ως ουσ ουδ
 Kitchen staff must be scrupulous about hygiene because they handle food.
 Το προσωπικό μιας κουζίνας εστιατορίου πρέπει να είναι σχολαστικό με την υγιεινή, αφού όλα τα τρόφιμα περνάνε από τα δικά τους χέρια.
kitchen table n(dining table in a kitchen)τραπέζι κουζίνας έκφρ
 Everyone in the family enjoys the nightly conversation at the kitchen table.
kitchen towel nUK (roll of absorbent paper)χαρτί κουζίνας φρ ως ουσ ουδ
kitchen towel nUS (absorbent cloth for drying plates, etc.)πετσέτα κουζίνας περίφρ
 (για ποτήρια)ποτηρόπανο ουσ ουδ
KP,
K.P.
n
US, informal, initialism (military: kitchen duty) (στρατός)αγγαρεία στην κουζίνα περίφρ
  δουλειά στην κουζίνα, απασχόληση στην κουζίνα περίφρ
soup kitchen n(place serving food to the needy)συσίτειο ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 I volunteer at a soup kitchen on holidays.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tea kitchen στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «tea kitchen».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!